Ρεπορτάζ: η τραγική κατάσταση στα ελληνόγλωσσα σχολεία του εξωτερικού

0
68

του Ιάσωνος Μάγνη

Οργή και αγανάκτηση επικρατεί, ιδιαίτερα στους κόλπους της ομογένειας στη Γερμανία, από την απαράδεκτη στάση του Υπουργείου Παιδείας και ιδιαιτέρως του υπουργού, κ. Γαβρόγλου, όσον αφορά τη πολιτική που έχει υιοθετηθεί, με τις αποσπάσεις των εκπαιδευτικών στα Ελληνόγλωσσα σχολεία.

Το αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής, είναι η δημιουργία δυσαναπλήρωτων κενών και η μη τέλεση μαθημάτων έως σήμερα, στην πλειοψηφία των σχολείων που έως πέρυσι λειτουργούσαν κανονικά, λόγω της απόρριψης των αιτήσεων των Ελλήνων εκπαιδευτικών που εργαζόντουσαν μόνιμα στο εξωτερικό.

Όσον αφορά για τους Έλληνες εκπαιδευτικούς, μόνιμους κατοίκους του εξωτερικού, θα πρέπει να τονιστεί ότι παρέμειναν πέραν της τριετίας ή της πενταετίας που όριζε ο νόμος στις θέσεις τους, ανανεώνοντας κάθε έτος την απόσπασή τους, πλέον μόνο με ένα μισθό ο οποίος κινούνταν στα Ελληνικά δεδομένα και κάλυπταν πάγιες ανάγκες της εκπαίδευσης των ομογενών. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε ότι οι θέσεις των απογευματινών τμημάτων ελληνόγλωσσης διδασκαλίας στη Βάτη Βυρτεμβέργη αριθμούν περί τις 40 ενώ οι εκπαιδευτικοί του εξωτερικού κάλυπταν τις 18 εξ αυτών. Τούτο σημαίνει ότι έλυναν τα χέρια του υπουργείου
α) διότι ξεκινούσε η σχολική χρονιά με τουλάχιστον τις μισές και πλέον θέσεις καλυμένες, αν συνυπολογιστούν και οι όποιοι Ελλαδίτες εκπαιδευτικοί παρέμεναν και
β) διότι το κόστος ήταν χαμηλότερο αφού για τους 18 εκπαιδευτικούς δεν θα χρειαζόταν να δοθεί επιμίσθιο.

Και όμως από τους 18 εκπαιδευτικούς της Βάτης Βυρτεμβέργης, με την νέα νομοθεσία, στους 12 εξ αυτών απορρίφθηκαν οι αιτήσεις τους, όπως επίσης και για πολλούς άλλους στην υπόλοιπη Γερμανική επικράτεια.

Ποια όμως είναι η περίφημη εκσυγχρονιστική αλλαγή που τελέστηκε και δημιούργησε τα φετινά προβλήματα; Η πρόσθεση κάποιων διατάξεων στην ισχύουσα νομοθεσία, οι οποίες επι της ουσίας αφορούσαν μόνο τους μόνιμους κατοίκους του εξωτερικού και με τις οποίες αδυνατούσε να εναρμονιστεί η πλειοψηφία των Ελλήνων εκπαιδευτικών που ζει και εργάζεται μόνιμα εκεί. Δηλαδή οι νέες απαιτήσεις τύπου (πιστοποιητικού γλωσσομάθειας γερμανικών Γ1, τέλεση γάμου εντός της πενταετίας αλλά 3 χρόνια πριν την λήξη της, κ.ά.)  δημιούργησαν το φετινό αδιέξοδο. Εκ πρώτης όψεως οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν δείχνουν υπερβολικές.

Όμως οι συγκεκριμένες διατάξεις είναι νεώτερες αφού εκπονήθηκαν στα τέλη του 2016, ενώ το υπουργείο είχε στη διάθεσή του από πριν όλα τα έγγραφα των μονίμων κατοίκων του εξωτερικού, πολλοί εκ των οποίων δούλευαν για πάνω από 10 με 15 συναπτά έτη.

Πώς λοιπόν δημιουργούνται οι όποιες διατάξεις δίχως να συνυπολογιστούν τα κριτήρια με τα οποία εργάζονταν όλα αυτά τα χρόνια οι μόνιμοι κάτοικοι του εξωτερικού;

Για ποιο λόγο όμως “κόπηκαν” οι εκπαιδευτικοί, όταν γνωρίζουν πιστοποιημένα βάσει ευρωπαϊκής εγκυκλίου, άριστα τη γερμανική γλώσσα σε επίπεδο πολλές φορές ανώτερο του Γ1, έχοντας πάρει την ανάλογη έγκριση του υπουργείου όταν αποσπάστηκαν, ή όταν είχε τελεστεί ο γάμος τους σε άλλη χρονική στιγμή;

Για ποιο λόγο να απορρίπτονται οι αιτήσεις τους όταν σχεδόν ποτέ δεν συμπληρώνονται τα κενά των ελληνόγλωσσων σχολείων;

Για ποιο λόγο να γίνει προσπάθεια αναπλήρωσης των “κομμένων” γερμανόφωνων εκπαιδευτικών με Ελλαδίτες που όχι μόνο δεν πληρούν το επίπεδο γλωσσομάθειας Γ1 που ζητά το υπουργείο από τους κατοίκους του εξωτερικού, αλλά πολλοί εξ αυτών δεν γνωρίζουν καθόλου την γερμανική γλώσσα;

Αληθεύει άραγε η φήμη που έχει κατακλύσει τους ομογενείς ότι μια συγκεκριμένη ομάδα του υπουργείου με επικεφαλής τον υπουργό ήθελε να εκδιώξει τους εν λόγω εκπαιδευτικούς, διότι αποσπάστηκαν από άλλες κυβερνήσεις;

Σε κανένα από τα παραπάνω ερωτήματα, αλλά ούτε στα όποια ερωτήματα εκφράσθηκαν κατά καιρούς από τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και των εκπαιδευτικών, δεν δόθηκαν επίσημα απαντήσεις από το υπουργείο Παιδείας.

Για την ιστορία, αλλά και για να γνωρίσουμε τον τρόπο με τον οποίο δρα το υπουργείο υπό την επίβλεψη του κ. Γαβρόγλου θα αναφέρουμε τα εξής σημαντικά γεγονότα.

Η πρώτη παρέμβαση των εκπαιδευτικών προς τους αρμόδιους για να εκφράσουν τις ανησυχίες τους, έγινε στο Μόναχο την άνοιξη του ίδιου έτους, κατά την επίσκεψη της κ. Μιχαηλίδου που εκτελούσε χρέη γενικής γραμματέας του αναπληρωτή υπουργού του κ. Ζουράρι. Προς τιμήν τους και η ίδια αλλά και ο κ. Ζουράρις μετέπειτα, συμφώνησαν με τους εκπαιδευτικούς, ότι πρόκειται για άδικες διατάξεις που μπορούν να θεωρηθούν και αντισυνταγματικές και ότι θα μεριμνήσουν να τις τροποποιήσουν. Όμως όποιες τροποποιήσεις και να συνέταξε ο αναπληρωτής υπουργός, τις έκοψε ο κ. Γαβρόγλου και η ομάδα του, δίχως κάποια επίσημη δικαιολογία.

Στις περιοχές Μονάχου – Στουτγάρδης – Φρανκφούρτης το σύνολο των κενών θέσεων ανερχόταν στις 45 περίπου ενώ περίπου 13 είχαν καλυφθεί από Ελλαδίτες αποσπασμένους, και όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σχεδόν δύο μήνες μετά από την έναρξη της σχολικής χρονιάς και αφορούν μονάχα τα απογευματινά τμήματα δίχως να συνυπολογιστούν τα κενά των υπολοίπων ελληνόγλωσσων σχολείων.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της προχειρότητας με την οποία έδρασε το υπουργείο είναι το γεγονός ότι ενημέρωσε επίσημα τους εκπαιδευτικούς για την λήξη των αποσπάσεών τους μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς από τις 21 έως και τις 29 Σεπτεμβρίου.

Τελικά ο μεγάλος χαμένος της υπόθεσης είναι τα παιδιά των ομογενών που δεν έχουν την δυνατότητα να συνεχίσουν ομαλά την εκπαίδευση τους στην Ελληνική γλώσσα, με συνέπεια στο τέλος της σχολικής χρονιάς να δυσκολευτούν αφάνταστα στις εξετάσεις Ελληνομάθειας. Επί της ουσίας με την προαναφερόμενη πολιτική το υπουργείο κάνει ό,τι μπορεί για να απομακρύνει τα παιδιά από την Ελληνόγλωσση εκπαίδευση προκαλώντας παράλληλα τεράστια ζημιά στον ίδιο τον Ελληνισμό.

Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι που απασχολεί τον κ. Γαβρόγλου και την ομάδα του. Απλά συνεχίζουν όπως φαίνεται τη προσπάθεια αφελληνισμού της ομογένειας, που ξεκίνησαν οι προκάτοχοι τους, από το 2011 και έπειτα, όταν λόγω της οικονομικής κρίσης άρχισε το βίαιο “μάζεμα” των Ελληνόγλωσσων σχολείων στη Γερμανία και όχι μόνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από τα 90 περίπου σχολεία που λειτουργούσαν στην Βάτη Βυρτεμβέργη έπεσαν σταδιακά στα 14 και έπειτα από πολλές διαμαρτυρίες ανέρχονται σήμερα στα 20. Ένας εκπαιδευτικός αντιστοιχεί πλέον σε 50 με 60 παιδιά.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα των πολιτικών μας ηγεσίων, που ενώ θα έπρεπε να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν σε κάθε κράτος βιβλία και εκπαιδευτικοί, αυτοί είτε αδιαφορούν προκλητικά είτε διαλύουν οτιδήποτε δούλευε ικανοποιητικά λόγω των παλαιοκομματικών τους εμμονών.

ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here