Αβάσταχτος ο πόνος και δύσκολη η φυγή για μια επόμενη πατρίδα

1
122

Γράφει η Σιμέλα Παπαδοπούλου – Φιλόλογος

Ήταν ένα ήσυχο καλοκαιρινό απόγευμα, όταν ο αγαπημένος μου παππούς μου ζήτησε να του τραγουδήσω ένα τραγούδι με τη συνοδεία της ποντιακής μου λύρας. Τα συναισθήματα που έμελλε να νιώσω μέσα από την κουβέντα που ακολούθησε μεταξύ μας, καθώς και το βλέμμα του γεμάτο λαχτάρα να μου περιγράψει συμβάντα της ζωής του, καρφώθηκαν για πάντα στη μνήμη μου.

Γεννήθηκε το 1915 σε ένα μικρό χωριό, το Ατά Παζάρ, στην περιοχή της Νικομήδειας. Μου έλεγε πως ήταν ένα υπέροχο μέρος, με πυκνή βλάστηση και πανέμορφα τοπία, που μόνο ευτυχισμένο θα μπορούσε να μεγαλώνει εκεί ένα μικρό παιδί. Είχε άλλα τρία αδέρφια· συνολικά ήταν τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Οι γονείς του ήταν άνθρωποι προσηλωμένοι στο θεσμό της οικογένειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το 1922, σε ηλικία μόλις επτά ετών, έπρεπε να «αποχαιρετήσει» την παιδική του υπόσταση, χωρίς περιθώρια προετοιμασίας και χωρίς κανένα στήριγμα.

Καθώς έπαιζε ανέμελος μαζί με φίλους, ξαφνικά άρχισε να βλέπει ανθρώπους να τρέχουν δεξιά και αριστερά φωνάζοντας: «Έρχονται! Φύγετε!». Ήταν η αρχή του κακού που για πολλά χρόνια μετά δεν είχε τελειωμό. Έτρεξε φοβισμένος προς το σπίτι του να δει τι συμβαίνει. Σαν μικρό παιδί ήθελε να μπει μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του, κάτι που όχι μόνο δε συνέβη αλλά καθώς έφτασε έξω από το σπίτι, είδε για τελευταία φορά τη μάνα και τον πατέρα του κάτω από τα χέρια δύο Τούρκων στρατιωτικών, να τον κοιτάζουν σαν να του λένε αντίο με την πιο δυνατή φωνή που είχε ακούσει ποτέ από ένα βλέμμα…

Εκείνη τη στιγμή, μπροστά στα μάτια του παππού μου και της μικρής του αδερφής, οι δύο στρατιωτικοί έβγαλαν από ένα μαχαίρι και έδωσαν τέλος στη ζωή των γονιών τους. Βλέποντας κάτι τόσο σκληρό και αναπάντεχο, άρχισαν να τρέχουν προς το σπίτι του ιερέα του χωριού, πατέρα Χρήστου, ο οποίος ήταν και νονός του παππού μου. Στο δρόμο για εκεί τα δύο αδέλφια έχασαν το ένα το άλλο, καθώς όλο το χωριό είχε βγει στους δρόμους προσπαθώντας να ξεφύγει από τα δολοφονικά χέρια των Τούρκων, και επικρατούσε ένα σκηνικό που «μόνο σε ταινία θα μπορούσα να το δω», μου είπε χαρακτηριστικά ο παππούς μου. Άρχισε να περιγράφει στον νονό του, με όση δύναμη του είχε απομείνει, το τι συνέβη καθώς εκείνος προσπαθούσε να μαζέψει τα σημαντικότερα για εκείνον αντικείμενα, τα οποία και θα μπορούσε να κουβαλάει μαζί του. Έμοιαζε σαν ένα πικρό αστείο που θα τελείωνε κάποια στιγμή και όλα θα έμπαιναν στη θέση τους με μιας.

Άρχισε λοιπόν η αναζήτηση της καινούργιας πατρίδας, αναπόφευκτο θα λέγαμε, καθώς η Μικρασιατική Καταστροφή συνεπάγεται και το θάνατο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την αποτυχία υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας και απελευθέρωσης των αλύτρωτων πληθυσμών. Για τους Έλληνες είναι η καταστροφή, για τους Τούρκους αγώνας ανεξαρτησίας.

Ήρθε η δύσκολη αυτή στιγμή του αποχωρισμού από την πατρίδα… Σε μια τόσο τρυφερή ηλικία έπρεπε απλά να τα αφήσει όλα πίσω και να γλυτώσει από τα δολοφονικά εκείνα χέρια. Ο πατήρ Χρήστος πήρε τον παππού μου και μαζί με αυτόν άλλα δέκα παιδιά τα οποία είχαν χάσει τις οικογένειές τους πάνω στον πανικό που επικρατούσε. Με το πρώτο εύκαιρο καράβι αναχώρησαν για την Ελλάδα. Οι μνήμες άτρωτες για πάντα στο μυαλό του, σαν να μην πέρασε μέρα από τότε που πάτησε για τελευταία φορά τα «άγια» εκείνα χώματα της πατρίδας. Πόσο θα ήθελε, μου έλεγε, να μπορούσε να πάει εκεί έστω μια φορά, κι ας άφηνε την τελευταία του πνοή εκείνη τη στιγμή.

Ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος κι η θάλασσα ήταν σαν τον καθρέφτη όλων εκείνων των ψυχών που μόνο δάκρυα είχαν πλημμυρίσει. Έφευγαν για το άγνωστο, για την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής, σε τόπο που μόνο γνώριμος δεν ήταν. Ξεκίνησαν λοιπόν για την Ελλάδα. Το πρώτο μέρος στο οποίο εγκαταστάθηκαν ήταν η Ζάκυνθος. Εκεί έμειναν για τρία χρόνια, κατά τα οποία ο πατήρ Χρήστος ασκούσε το καθήκον του ως ιερέας. Έπειτα αναχώρησαν από το νησί και η επόμενη και οριστική μετακίνησή τους ήταν σε ένα χωριό της Κοζάνης. Οι δύο αδελφοί του παππού μου καθώς και η μικρή αδελφή του δεν είχαν δώσει σημεία ζωής και οι ελπίδες επανασύνδεσης έμοιαζαν να μην υπάρχουν πια. Τα χρόνια περνούσαν και δεν κατάφερε να μάθει ποτέ τι απέγιναν. Όπως είναι γνωστό και από ιστορικές πηγές, τους νέους τους μάζεψαν και τους πήραν στην Ανατολή.

Η νέα πατρίδα, με το πέρασμα του καιρού γινόταν όλο και πιο οικεία. Ο παππούς άρχιζε πια να γίνεται παλικάρι και να ανοίγει τα φτερά του. Σαν πατέρα του είχε τον νονό του, τον καταπληκτικό εκείνον άνθρωπο, τον πατήρ Χρήστο, ο οποίος σε μεγάλη ηλικία τον άφησε και πήγε να συναντήσει εκείνες τις χαμένες ψυχές που είχε καημό ότι δεν μπόρεσε να θάψει. Σαν φόρο τιμής η ταφή του έγινε πίσω από τον ιερό ναό του χωριού. Εκεί ήταν η θέση του. Έσωσε όλες εκείνες τις παιδικές ψυχές και τους καμάρωνε πια από ψηλά.

Ο παππούς παντρεύτηκε και έκανε τη δική του οικογένεια με πέντε υπέροχα παιδιά. Όλα κυλούσαν όμορφα. Οι μνήμες καθώς και η ανάγκη να συναντήσει και πάλι τα αδέλφια του δεν σταμάτησαν ποτέ να ταλανίζουν το μυαλό του. Μου έλεγε πως δεν είχε πολλές ελπίδες να μάθει κάποιο νέο για εκείνα τα παιδιά. Και όμως! Τον περίμενε μια τεράστια έκπληξη. Ένας χωριανός είχε μάθει πως η μικρή του αδελφή ζούσε σε ένα χωριό στα Ιωάννινα, και σαν του το είπε, δεν έβλεπε την ώρα να τη συναντήσει! Κανόνισαν, μου είπε, να πάει να τη βρει και η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που ήταν έτοιμη να σπάσει. Όταν κατέφθασε στο χωριό και βρήκε το σπίτι στο οποίο ζούσε η αδελφή του, έτρεξε σαν μικρό παιδί, όπως τότε που της κρατούσε το χέρι και έτρεχαν αμέριμνοι στην πατρίδα, και χτύπησε την πόρτα της. Ένα βλέμμα μόνο και το αίμα μίλησε στις ψυχές τους. Μου είπε πως δεν την άφησε από την αγκαλιά του όσο ήταν εκεί, και δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο πια. Ένιωσε πως είχε βρει ένα κομμάτι του εαυτού του που τόσο βίαια αποχωρίστηκε. Δεν ήθελε να της φέρει και πάλι στο μυαλό εκείνες τις άσχημες μνήμες, αλλά από την άλλη ήταν και η μόνη που μπορούσε να τον νιώσει στο έπακρο. Της είπε τα νέα του, πώς εξελίχθηκε η ζωή του, και εκείνη τα δικά της. Από τότε ήταν αχώριστοι και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να αναπληρώσουν όλα εκείνα τα χαμένα χρόνια που πέρασαν χωριστά. Και οι δύο έζησαν μέχρι τα βαθιά γεράματα καθώς συμπλήρωσαν τα ενενήντα χρόνια της ζωής τους.

Στο τέλος της κουβέντας που είχα με τον παππού μου, με περίμενε κι εμένα μια μεγάλη έκπληξη. Τα μόνα εκείνα πράγματα που μου είπε πως κατάφερε να πάρει μαζί του ο πατήρ Χρήστος από την πατρίδα, ήταν δύο βιβλία, το ένα ευαγγέλιο και το άλλο ψαλμοί. Με ευλάβεια μου είπε να τα πάρω και να τα φροντίζω σαν κόρη οφθαλμού. Το δέος που αισθάνομαι κάθε φορά που τα ανοίγω, είναι απερίγραπτο και δεν μπορώ να βρω καμία λέξη ώστε να το περιγράψω.

Κάθε ένας από εμάς οφείλει να γνωρίζει το παρελθόν του. Την ιστορία δεν μπορεί να την αλλάξει κανένας, επειδή ακριβώς ανήκει στο παρελθόν. Ένιωσα μεγάλη υπερηφάνεια για την καταγωγή μου και θεωρώ πως είναι χρέος μας να αναφέρουμε αξιομνημόνευτα συμβάντα, γιατί με τον τρόπο αυτόν γράφουμε τη δική μας ιστορία.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Ευγε Σιμέλα!τέτοιες ιστοριες λειπουν απο πολλους απο εμας και μας ταξιδεψες στο χρονο που ζησαν οι προγονοι μας.

ΥΠΟΒΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here