Οι προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές στην Τουρκία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια ανάκαμψη στις εγχώριες υποθέσεις της, αλλά στην εξωτερική πολιτική στην πραγματικότητα έχουμε μια απο τα ίδια.

Η Άγκυρα θα ξεκινήσει μια σκληρή διαπραγμάτευση έναντι των παλαιών συμμάχων της στο ΝΑΤΟ, ενώ παράλληλα θα επιδοκιμάζει τη Ρωσία και δυνητικά άλλους αντιπάλους της Δύσης. Ο Ερντογάν θέλει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», ολοκληρώνοντας τη συμφωνία με τους Ρώσους για τους S-400, πείθοντας ταυτοχρόνως τους επικριτές του στις Ηνωμένες Πολιτείες ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να θέσει σε κίνδυνο την ΝΑΤΟική άμυνα και ως εκ τούτου θα πρέπει να του επιτραπεί να προμηθευτεί τα F-35s από την Lockheed Martin.

Οι Τούρκοι απορρίπτουν τους φόβους ότι τα μαχητικά αεροσκάφη των Η.Π.Α. θα μπορούσαν να γίνουν ευάλωτα στα S-400 ως αποτέλεσμα αυτής της προμήθειας. Θα είναι τουρκικό το τεχνικό προσωπικό, και όχι ρωσικ, που θα συναρμολογήσει και θα λειτουργήσει τα βλήματα. Η Τουρκία θα αναπτύξει το δικό της λογισμικό και, ως εκ τούτου, θα περιορίσει τον κίνδυνο διαρροών ευαίσθητων δεδομένων προς την Ρωσία. Οι ρωσικοί S-400 έχουν ήδη αναχαιτισει ισραηλινά F-35 στον εναέριο χώρο της Συρίας και πιθανώς η Μόσχα έχει ήδη κάποιες τεχνικές του πληροφορίες.

Το πρόβλημα είναι ότι η Ουάσινγκτον δεν φαίνεται να δέχεται τα τουρκικά επιχειρήματα. Το Κογκρέσο των ΗΠΑ είναι σαφώς εχθρικό έναντι της πώλησης των F-35. Θέτει σε μια λίστα με προβλήματα με την Άγκυρα, και συγκεκριμένα τη φυλάκιση του πάστορα απο την Βόρεια Καρολίνα, Andrew Brunson, ο οποίος κατηγορείται για υποτιθέμενους δεσμούς με το κίνημα Fethullah Gulen, κατηγορουμένου από την Τουρκία για το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιούλιο του 2016. Η πρόσφατη αντιπαράθεση στο Twitter του βουλευτή Amar Schiff (Δημοκρατικός της Καλιφόρνια) και του Ibrahim Kalin, εκπροσώπου του Ερντογάν, ο οποίος φέρεται ως δυνητικός υπουργός εξωτερικών στο νέο τουρκικό υπουργικό συμβούλιο, δεν φέρνει καλά μηνύματα για το μέλλον.

Αλλά η αγνόηση του Capitol Hill και η αποκλειστική συνεργασία με τον εκτελεστικό παραγοντα, αποτελεί πονοκέφαλο. Αν και η τελευταία συνάντηση μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου και του υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο σημείωσε πρόοδο για τη συριακή πόλη Manbij. Το State Department  δεν εκπλήσσεται από την Τουρκία. Σε μια ακρόαση ενώπιον της Γερουσίας των ΗΠΑ στις 26 Ιουνίου, ο αναπληρωτής γραμματέας για τις ευρωπαϊκές και ευρασιατικές υποθέσεις Wess Mitchell, απείλησε με κυρώσεις σχετικά με την παράδοση των F-35, σε περίπτωση που η Τουρκία δεν εγκαταλείψει τη συμφωνία των πυραύλων με τη Ρωσία. Η Άγκυρα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κυρώσεις σύμφωνα με τον νόμο για την καταπολέμηση των αντιπάλων της Αμερικής (CAATSA), που υπογράφηκε τον Αύγουστο του περασμένου έτους. Ο Μίτσελ επέκρινε τη σύλληψη του Μπράνσον μαζί με δεκαδες άλλους πολίτες των ΗΠΑ και κάλεσε τον Ερντογάν να άρει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην Τουρκία, η οποία τέθηκε σε ισχύ από την απόπειρα πραξικοπήματος.

Η Τουρκία θα μπορούσε να πληρωθεί με το ίδιο νόμισμα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να συντάσσονται με άλλους  συμμάχους τους. Ο Μίτσελ υπονόησε ότι η Ουάσιγκτον θα ενδιαφερόταν να εμβαθύνει τις σχέσεις της με την Ελλάδα, της οποίας οι σχέσεις με την Τουρκία έχουν επιδεινωθεί δραματικά το 2018, εξαιτίας των αυξανόμενων στρατιωτικών εντάσεων στο Αιγαίο. Σύμφωνα με τα λόγια του, “βλέπουμε την Ελλάδα ως αγκυροβόλιο σταθερότητας στη Μεσόγειο και στα Δυτικά Βαλκάνια και εργαζόμαστε για τη συστηματική ενίσχυση της ασφάλειας και της ενεργειακής συνεργασίας με την Κύπρο”. Ο Μίτσελ σημείωσε επίσης ότι “μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι στα σκαριά”.

Αυτές οι δηλώσεις δεν έρχονται από το πουθενά. Αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα κάτι σαν μήνας του μέλιτος μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος αποκήρηττε τον Donald Trump κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016, είχε μια παραγωγική συνάντηση μαζί του στο Λευκό Οίκο τον περασμένο Οκτώβριο. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ καταδεικνύει την Ελλάδα ως παράδειγμα μέλους του ΝΑΤΟ που εκπληρώνει τις δεσμεύσεις για τις αμυντικές δαπάνες, ακόμη και σε περιόδους λιτότητας. Τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους, η κυβέρνηση στην Αθήνα δεσμεύτηκε να αναβαθμίσει το 50% του στόλου της των 150 F-16. Η επένδυση ύψους 1,45 δισεκατομμυρίων δολαρίων αποσκοπεί στην αντιστοίχιση της αναμόρφωσης της τουρκικής αεροπορίας χάρη στην πιθανή παράδοση των F-35.

Αν και υπό την ηγεσία ενός αριστερού πρωθυπουργού, ο οποίος θεωρήθηκε κάποτε ως Δούρειος Ίππος της Μόσχας, η Ελλάδα έχει πλέον επανεμφανιστεί ως πύλη της Δύσης. Οι εμπειρογνώμονες της εξωτερικής πολιτικής, όπως ο καθηγητής Αριστοτέλης Τζιαμπίρης στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά, μιλούν μάλιστα για έναν “νέο ελληνικό ευρω-Ατλαντισμό”. Ένα ισχυρό παράδειγμα είναι η συμφωνία ορόσημο που υπογράφηκε με τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας» στις 17 Ιουνίου για να τεθεί τέλος στην μακρόχρονη διαμάχη ονόματος του γείτονα της Ελλάδας. Αφού ο Πρωθυπουργός Ζόραν Ζάεφ συμφώνησε να αλλάξει το όνομα της χώρας σε Βόρεια Μακεδονία (κάτι που μενει να επιβεβαιωθεί μεσω δημοψηφίσματος το Σεπτέμβριο), η Ελλάδα μετετράπη εν μια νυκτί, από την υπεύθυνη του αποκλεισμού, στον πιο παθιασμένο υποστηρικτή της ένταξης των Σκοπίων σε ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Η πΓΔΜ πρόκειται να λάβει πρόσκληση για ένταξη στην Ατλαντική Συμμαχία στην σύνοδο κορυφής του Ιουλίου. Οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ έδωσαν ήδη το πράσινο φως στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις του 2019, εάν εφαρμοστούν αρκετές βασικές μεταρρυθμίσεις. Συνοπτικά, σε αυτούς τους ταραχώδεις καιρούς, η Ελλάδα πέτυχε να τοποθετηθεί, για άλλη μια φορά, ως εποικοδομητικός παίκτης στη δυτική κοινότητα, παρά ως ταραχοποιός ή ανεύθυνος παίκτης.

Όσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν σφυρηλατήσει πολύ πιο στενούς δεσμούς, διπλωματικούς και ασφάλειας, με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Από κοινά έργα για την ανάπτυξη πηγών υδρογονανθράκων ως την αμυντική συνεργασία, η συμμαχία γίνεται πραγματικότητα. Καθώς οι ΗΠΑ και η Τουρκία αποξενώνονται, η συμμαχία Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ μπορεί να γίνει πιο δημοφιλής στην Ουάσινγκτον.

Όμως, όπως και στο παρελθόν, η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσει την Τουρκία ως εταίρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Αμερική χρειάζεται τον Ερντογάν στη Συρία και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Το μέγεθος, η στρατηγική θέση και ο στρατός της Τουρκίας παραμένουν ασυναγώνιστα. Κατά την ακρόαση της Γερουσίας, ο Μίτσελ τόνισε τη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών και επαίνεσε την «σύμμαχο και συνεργάτη» της Αμερικής. Ο Τράμπ κάλεσε την ίδια ημέρα τον Ερντογάν για να τον συγχαρεί για την εκλογική του επιτυχία.

Η Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, δεν έχει ακόμη ανακάμψει από τη σοβαρή δημοσιονομική κρίση που επιβάρυνε τόσο πολύ την οικονομία της. Επίσης, αμφισβητείται η επιβίωση του ασταθούς κυβερνητικού συνασπισμού του Τσίπρα. Το να βασίζεται κανείς στην Αθήνα δεν έχει νόημα. Αλλά η διαφοροποίηση των επιλογών, πέρα ​​από μια αρκετά απρόβλεπτη Τουρκία, μπορεί να κατευθύνουν τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ προς αυτή την κατεύθυνση.

https://ahvalnews.com/greece-turkey/us-hedging-options-eastern-mediterranean 

Προσθήκη σχολίου